Παρασκευή 22 Μαΐου 2015

Επιστολή της Συντονιστικής Επιτροπής των Μεταταχθέντων Εκπαιδευτικών

Από τη Συντονιστική Επιτροπή Μεταταχθέντων λάβαμε την παρακάτω επιστολή:
ΠΡΟΣ
Πρωθυπουργό    κ. Αλέξιο Τσίπρα
Υπουργό Πολιτισμού, Παιδείας & Θρησκευμάτων κ. Αριστείδη Μπαλτά
Αναπληρωτή Υπουργό Πολιτισμού Παιδείας & Θρησκευμάτων κ. Αναστάσιο Κουράκη
Αξιότιμοι κύριοι,
Διευκρινίζουμε εξαρχής ότι οι πρόσφατες ανακοινώσεις (15/16-5-2015) των συνδικαλιστικών οργάνων της ΔΟΕ και της ΟΛΜΕ χρησιμοποιήθηκαν αναγκαστικά ως βάση για τη δημιουργία του εν λόγω υπομνήματος, διότι ήταν και η μόνη σχετικά αναλυτική ενημέρωση για τα διαμειφθέντα στην εν λόγω συνεδρίαση της Επιτροπής ΔΟΕ-ΟΛΜΕ απ’ όπου προέκυψε και η είδηση περί των προθέσεων του ΥΠΟΠΑΙΘ για την τύχη των μεταταχθέντων του Ν. 4172/2013. 
Από τα εν λόγω ανακοινωθέντα προκύπτει ότι η Επιτροπή δεν κατέληξε σε μια ομόφωνη, συμβιβαστική έστω πρόταση, για την επίλυση του ζητήματος που έχει προκύψει σχετικά με την υπηρεσιακή κατάσταση των μεταταχθέντων εκπαιδευτικών του Ν.4172/2013 και των υπολοίπων εκπαιδευτικών ειδικοτήτων της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης. Αντιθέτως κάποιος/α, φερόμενος/η ως εκπρόσωπος της πολιτικής ηγεσίας, ανακοίνωσε τις απόψεις του/της για τη διευθέτηση του εν λόγω θέματος. Επί των απόψεων αυτών επιτρέψτε μας να κάνουμε τις ακόλουθες επισημάνσεις:
Κατά τον έλεγχο των μορίων στις αιτήσεις για υποχρεωτική μετάταξη, που διενεργήθηκε από τις υπηρεσίες του Υπουργείου σας, ευρέθησαν 247 δηλώσεις με περισσότερα μόρια και 208 με λιγότερα και κατά γενική παραδοχή όλων των εμπλεκομένων (εκπροσώπων του Υπουργείου και συνδικαλιστών) τεκμαίρεται ότι «για τα λάθη αυτά δεν υπάρχει και δεν καταλογίζεται δόλος». Παρ’ όλα αυτά, σύμφωνα με τα ανακοινωθέντα  «η πολιτική ηγεσία του Υπουργείου προτίθεται να προβεί σε ανάκληση όλων των «παρανόμων» διοικητικών πράξεων «ελευθέρως» αφού δεν έχει παρέλθει η διετία και να καταργήσει νομοθετικά την παρ.11 αρ.82 του 4172/13.».
Ποια όμως είναι η παρανομία που διαπράχθηκε και πρέπει να παταχθεί προκειμένου να ικανοποιηθεί το αίσθημα δικαίου των πολιτών; Αναφέρεται ότι δεν υπήρξε αγαστή συνεργασία του πρώην Υπουργού Παιδείας με τις διοικητικές υπηρεσίες του Υπουργείου του, «καθότι δεν υπάρχει η προβλεπόμενη εισήγηση από τη Γενική Δ/νση Διοίκησης Πρωτοβάθμιας-Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης»  σχετικά με τον αριθμό των πλεοναζόντων, κενών θέσεων και εν γένει των υπηρεσιακών αναγκών.
Επ’ αυτών των αιτιάσεων συνοπτικά σημειώνονται τα εξής: Η εισήγηση, ακόμη και αν θεωρηθεί ως οιονεί γνωμοδότηση, σε κάθε περίπτωση συνιστά απλή γνώμη, το περιεχόμενο της οποίας δεν δεσμεύει το όργανο που έχει την αποφασιστική αρμοδιότητα. Επίσης, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 20 παρ.4 του Κώδικα της Διοικητικής Διαδικασίας, και τη νομολογία του Συμβουλίου Επικρατείας (ΣτΕ 2085/2003) εφόσον ο ίδιος ο νόμος δεν τάσσει συγκεκριμένη προθεσμία για την υποβολή της απλής γνώμης, τότε η προθεσμία αυτή τάσσεται από το αποφασίζον όργανο, το οποίο μετά την πάροδο της προθεσμίας υποβολής της γνώμης, μπορεί να προχωρήσει στην έκδοση της πράξης και χωρίς τη γνώμη αυτή. Επομένως, ο πρώην Υπουργός Παιδείας, ως το αποφασίζον όργανο στην προκειμένη περίπτωση, μη λαμβάνοντας τη εισήγηση στην προθεσμία που έθεσε, βασίστηκε, σύμφωνα με το Ν.4172/2013 στα στοιχεία του ηλεκτρονικού συστήματος του άρθρου 7 του Ν.3848/2010 (το γνωστό survey) για να εκδώσει, ως καθ’ ύλιν αρμόδιος, τις διαπιστωτικές πράξεις για τον καθορισμό των κενών θέσεων και του πλεονάζοντος εκπαιδευτικού προσωπικού ανά νομό και περιφέρεια. Δεδομένου ότι οι δυσλειτουργίες του Υπουργείου δεν συνιστούν καθ’ αυτό παρανομία αλλά μάλλον ανικανότητα των μετακλητών στελεχών του, φρονούμε ότι δεν υφίσταται νομικό έρεισμα για την ανάκληση των διοικητικών πράξεων των μετατάξεων.
Επίσης ως αιτιολογία για την ανάκληση των μετατάξεων προβάλλεται το γεγονός των επιπλέον μοριοδοτούμενων κριτηρίων, όπως των μεταπτυχιακών σπουδών και δεύτερων πτυχίων, που δεν προβλέπονται από τις γενικές διατάξεις περί μετατάξεων. Δεδομένου ότι τα κριτήρια αυτά προβλέπονται ευθέως από τις διατάξεις του Ν.4172/2013 και καθότι οι ειδικές διατάξεις του νόμου υπερισχύουν των αντίστοιχων γενικών διατάξεων σύμφωνα με την πάγια νομολογία (π.χ. 1808/2000 Διοικητικό Εφετείο Αθηνών), το επιχείρημα αυτό είναι προδήλως αβάσιμο.
Επίσης άλλη αιτιολογία που προβάλλεται για την ανάκληση των μετατάξεών μας είναι ότι «υπάρχουν δικαστικές αποφάσεις που ακυρώνουν το κριτήριο  να προηγούνται στις μετατάξεις όσοι διεκδικούσαν θέσεις εντός της Περιφερειακής Δ/νσης που ανήκαν αρχικά. Υπάρχουν δικαστικές αποφάσεις που κρίνουν παράνομη τη διαδικασία που ακολουθήθηκε …προστέθηκαν κενά προς μετάταξη σε πλεονασματικές περιοχές μετάθεσης της Α/θμιας, οι πίνακες δεν ήταν σωστοί». Προφανώς γίνεται αναφορά στο δελτίο τύπου, μεσούσης της διαδικασίας υποβολής αιτήσεων μετάταξης, με το οποίο το Υπουργείο «διευκρίνισε» ότι στον πίνακα κατάταξης προηγούνται οι εκπαιδευτικοί της ίδιας Διεύθυνσης, έπονται οι ανήκοντες στην ίδια Περιφερειακή Διεύθυνση και ακολουθούν οι εκτός αυτής. Η επιχειρηματολογία αυτή είναι τουλάχιστον αντιφατική, καθώς με το σκεπτικό της θίγονται πρωτίστως οι εκπαιδευτικοί που υπηρετούσαν μακριά από τον τόπο κατοικίας τους και που πήραν μετάταξη, παρόλο που δεν είχαν κανένα προβάδισμα, γιατί είναι αυτοί που θα τιμωρηθούν σε περίπτωση ανακλήσεως της μετάταξής τους καθώς θα επανέλθουν στο πρότερο υπηρεσιακό καθεστώς, μακριά από την οικογενειακή τους εστία. Επίσης, αναρωτιόμαστε πως είναι δυνατό να αιτιολογηθεί νομικά η ανάκληση σε αυτές τις περιπτώσεις των εκπαιδευτικών που μετατάχθηκαν αποκλειστικά με βάση τα προβλεπόμενα από τα νόμο μόρια! Εξάλλου, είναι δυνατόν οι όποιες ατομικές δικαστικές προσφυγές να χαρακτηρίσουν συλλήβδην «παράνομες διοικητικές πράξεις» το ΣΥΝΟΛΟ ΤΩΝ ΑΤΟΜΙΚΩΝ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΩΝ ΠΡΑΞΕΩΝ που αφορούν ΟΛΟΥΣ τους μεταταχθέντες συναδέλφους που μετείχαν με τη βεβαιότητα νόμιμης διαδικασίας;
Από τα προαναφερθέντα είναι προφανές ότι κάθε μετάταξη συνιστά αυτοτελή ατομική διοικητική πράξη και η νομιμότητά της πρέπει να ελεγχθεί αυτοτελώς. Τυχόν διαδικασία συλλήβδην ανακλήσεως όλων των μετατάξεων δεν αποκαθιστά τη νομιμότητα όπως διατείνεται η ΔΟΕ, αντιθέτως θα αποτελούσε κατάφωρη παραβίαση της χρηστής διοίκησης και της προστατευόμενης εμπιστοσύνης των διοικουμένων στο κράτος δικαίου, το οποίο οφείλει να σέβεται τις προγενέστερες πράξεις και τις ληφθείσες αποφάσεις της Διοίκησης και δεν νομιμοποιείται να ανατρέπει με απρόβλεπτο τρόπο καταστάσεις που ήδη έχουν ρυθμιστεί με προγενέστερο νόμο. Σύμφωνα με τη νομολογία του ΣτΕ είναι αναγκαίο η συμπεριφορά από μέρους της δημόσιας εξουσίας να καλύπτεται από ένα τεκμήριο σταθερότητας, δηλαδή να έχει διάρκεια στο χρόνο, ώστε να αποτελέσει πηγή της σταθερής και ισχυρής πεποίθησης εκ μέρους του διοικούμενου (ΣτΕ 4454/1987, 3720/1987, 3507/1979). 
Εξάλλου η τυχόν ανάκληση των μετατάξεων με υπουργική απόφαση ανάκλησης, θα πρέπει να στηρίζεται σε έναν νέο νόμο, που να αντικαθιστά τον ήδη εφαρμοσμένο 4172/2013.
Όμως η θέσπιση ενός τέτοιου νόμου θα παραβίαζε ευθέως τις διατάξεις του 77 παρ.2 του Συντάγματος και θα ήταν αντίθετος με το άρθρο 2 του Αστικού Κώδικα, (σύμφωνα με τις οποίες ο νόμος δεν έχει αναδρομική ισχύ)  διότι θα ανέτρεπε αναδρομικά προϋπάρχοντα δικαιώματα και έννομες καταστάσεις, στις οποίες εμείς οι εκπαιδευτικοί που μεταταχθήκαμε στηρίξαμε τις αποφάσεις μας για την ζωή μας και τις οικογενειακές, κοινωνικές και οικονομικές επιλογές μας. Εξάλλου, δεδομένου ότι τυχόν υπουργική απόφαση ανάκλησης έχει δυσμενή χαρακτήρα για εμάς, θα έπρεπε προηγουμένως να κληθούμε για να ασκήσουμε το δικαίωμα της προηγούμενης ακρόασης (ΣτΕ 1527/1965) και όχι να καθορίζουν άλλοι το μέλλον μας ερήμην μας.
Εν κατακλείδι για ποια αποκατάσταση της νομιμότητας συζητάμε άραγε; Θα κινηθεί δικαστικά η σημερινή πολιτική ηγεσία του Υπουργείου με κατάθεση μηνυτήριας αναφοράς στον αρμόδιο εισαγγελέα κατά των τότε αρμοδίων Υπουργών ή τυχόν εμπλεκομένων μετακλητών ή διοικητικών υπαλλήλων για τυχόν παραλείψεις τους ως προς τον έλεγχο των μορίων των μετατασσομένων; H προχειρότητα των ενεργειών του Υπουργείου συνιστά λόγο απαξίωσης και τιμωρίας των εκπαιδευτικών, των οποίων θα ανατραπεί η ζωή και η επαγγελματική σταδιοδρομία τους, μολονότι η παρούσα υπηρεσιακή τους κατάσταση προέκυψε βάσει νόμου από υπουργικές αποφάσεις, οι οποίες δεν έχουν κριθεί παράνομες από τα αρμόδια Διοικητικά Δικαστήρια;!!!
Δεδομένου ότι το όλο ζήτημα ανακινήθηκε από τους προϋφιστάμενους συναδέλφους της Πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης, οι οποίοι διατείνονται ότι θίγονται από την μετάταξή μας σε τόπους συμφερόντων τους, υπενθυμίζουμε ότι η Διοίκηση έλαβε στην πράξη μεταβατικά μέτρα προς όφελός τους, δεδομένου ότι με τη υπ' αριθ. 59755/Δ1/15-4-2014 εγκύκλιο του Υπουργείου Παιδείας & Θρησκευμάτων, οι μεταταχθέντες αποκλειστήκαμε για το σχολικό έτος 2013-2014 από τη διαδικασία των μεταθέσεων καθώς και της οριστικής τοποθέτησης στην περιοχή όπου μεταταχθήκαμε, χωρίς αυτός ο αποκλεισμός να προβλέπεται ρητώς από διάταξη νόμου. Σύμφωνα με επίσημα στοιχεία της ΔΟΕ αναρτημένα στο διαδίκτυο (alfavita.gr) ικανοποιήθηκε το έτος 2014 το 45,89% των αιτήσεων μετάθεσης των εκπαιδευτικών ΠΕ06 (Αγγλικής) ενώ το ποσοστό ικανοποίησης των αιτήσεων μετάθεσης των εκπαιδευτικών του κλάδου της Μουσικής (8,51%) ήταν αντίστοιχο του ποσοστού ικανοποίησης των μεταθέσεων των εκπαιδευτικών που υπηρετούσαν στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση και χαμηλό ήταν μόνο το ποσοστό του κλάδου της Φυσικής Αγωγής (3,2%). Εξάλλου, το ζήτημα των αμετάθετων εκπαιδευτικών οφείλεται κατά κύριο λόγο στην αναστολή των διορισμών στο Δημόσιο Τομέα και δεν οφείλεται στις υποχρεωτικές μετατάξεις, δεν υφίσταται δηλαδή άμεση αιτιώδης συνάφεια μεταξύ των υποχρεωτικών μετατάξεων και του σχετικά χαμηλού ποσοστού ικανοποίησης μεταθέσεων στους κλάδους ΠΕ11 και ΠΕ16.
Περαιτέρω άνιση μεταχείριση εις βάρος μας, με την συλλήβδην ανάκληση των μετατάξεών μας και τον υποβιβασμό μας σε «έφεδρους» εκπαιδευτικούς σε τόπο μακριά από την οικογενειακή μας εστία θα αποτελούσε πρόδηλη άνιση μεταχείριση που αντίκειται ευθέως στη συνταγματική αρχή της ισότητας. Εξάλλου ας μην ξεχνάμε ότι κατά το τρέχον σχολικό έτος η Διοίκηση έχει δεσμευτεί με την εγκύκλιο υπ’ αριθ. Γ.Τ. 11314/31-10-2014 και την υπ’ αριθ. 25614/Ε1/16-2-2015 (μάλιστα η δεύτερη εγκύκλιος εκδόθηκε με την έγκριση της παρούσας πολιτικής ηγεσίας του ΥΠΟΠΑΙΘ) να συστήσει νέες οργανικές θέσεις για τους μεταταχθέντες εκπαιδευτικούς και να τους τοποθετήσει οριστικά σε αυτές, και ως εκ τούτου έχουμε ήδη υποβάλλει αίτηση για οριστική τοποθέτηση από το σχολικό έτος 2015-16, οπότε τυχόν αθέτηση αυτής της δέσμευσης θα αντίκειτο προς την αρχή της χρηστής διοίκησης.
Ως εκ τούτου, οι μετατάξεις μας ως ατομικές επωφελείς διοικητικές πράξεις δεν είναι δυνατόν να ανακληθούν, σύμφωνα με τη νομολογία, ούτε λόγω μεταγενέστερης διαφορετικής εκτίμησης των δεδομένων που υπήρχαν κατά την έκδοσή τους, δηλαδή επειδή η Διοίκηση μετέβαλε αντιλήψεις, (ΣτΕ 4045/1976, 4412/1987, 3064/1991)  ούτε για λόγους σκοπιμότητας (ΣτΕ 1317/1976, 3376/1982).
Επίσης η τυχόν επανάληψη της ήδη διενεργηθείσης κρίσεως (με την ανάκληση των πράξεων μετάταξης βάσει των ειδικών διατάξεων του Ν.4172/2013 και την διενέργεια νέων μετατάξεων με βάση τις γενικές διατάξεις) θα επέφερε αστάθεια στις έννομες σχέσεις και αβεβαιότητα περί το δίκαιο, δεδομένου ότι από τις πράξεις της Διοίκησης βάσει του Ν.4172/2013 έχουν αποκτηθεί καλόπιστα δικαιώματα που χρήζουν προστασίας.  Παράλληλα, ανοίγει αναπόφευκτα ο δρόμος για αναδρομικές ακυρώσεις και ανακλήσεις όλων των υπηρεσιακών μεταβολών (μεταθέσεων & μετατάξεων)  των εκπαιδευτικών από εδώ και στο εξής, στο πλαίσιο της αποκατάστασης των εκάστοτε θιγομένων συναδέλφων τους από τις δικαστικές και τις διοικητικές αρχές.
Επομένως σας επισημαίνουμε ότι τυχόν ανάκληση των μετατάξεών μας  θα ανοίξει το κουτί της Πανδώρας, επιφέροντας  νέο κύκλο ατέρμονων δικαστικών αγώνων που θα διχάσουν την εκπαιδευτική κοινότητα και ταυτόχρονα θα απαξιώσουν το μεταρρυθμιστικό έργο της σημερινής κυβέρνησης, η οποία μέχρι στιγμής έχει δείξει ότι έχει τη θέληση και την πυγμή να προστατεύσει τα εργασιακά δικαιώματα όλων των εργαζομένων (π.χ. επαναφορά εκπαιδευτικών και άλλων εργαζομένων που ήταν σε διαθεσιμότητα ή είχαν απολυθεί, επαναφορά του τεκμηρίου αθωότητας των δημοσίων υπαλλήλων που παραπέμπονται ενώπιον των πειθαρχικών συμβουλίων, κατάργηση της επίταξης, επαναφορά συλλογικών συμβάσεων στον ιδιωτικό τομέα κ.α.). 
Έχοντας την πεποίθηση ότι θα πρυτανεύσει η λογική, συντασσόμενοι, εν πολλοίς, με τις προτάσεις της ΟΛΜΕ, προτείνουμε τη σύσταση δεύτερων οργανικών θέσεων σε όλα τα ολοήμερα δημοτικά σχολεία και στα δημοτικά σχολεία ενιαίου αναμορφωμένου εκπαιδευτικού προγράμματος (ΕΑΕΠ) της επικράτειας, όπου υπάρχουν αυξημένες ανάγκες σε εκπαιδευτικό προσωπικού ειδικοτήτων, και ακολούθως τη διενέργεια των μεταθέσεων και εν συνεχεία την οριστική τοποθέτηση όλων των εκπαιδευτικών κάθε νομού (μεταταχθέντων, σε καθεστώς διάθεσης, από μετάθεση) με βάση τα μόριά τους, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 16 του Π.Δ/τος 50-1996, όπως ισχύουν.
Μετά τιμής,
Η Συντονιστική Επιτροπή των Μεταταχθέντων Εκπαιδευτικών
 του Ν.4172/2013